Ευθαλία Πατέρα

Ευθαλία Πατέρα
Η Ευθαλία γεννήθηκε στην Κόνιτσα το 1905 από τον Χρήστο και την Βασιλική Πατέρα. Ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά και ξεχώριζε για την ιδιαίτερη πίστη, αγάπη και αφοσίωσή της προς τον Θεό. Από μικρή προτιμούσε την προσευχή και την μελέτη πνευματικών βιβλίων. Ο Κώστας ο Τζιάλλας, πολύτεκνος και παραδοσιακός, νεωκόρος και ιεροψάλτης, της έφερνε άρθρα από θρησκευτικά περιοδικά που εκείνη διάβαζε με ιδιαίτερη χαρά και προσοχή και γέμιζε η ψυχή της Χριστό.

Το ντύσιμό της ήθελε να είναι σεμνό και ταπεινό. Κάποτε, όταν ήταν μαθήτρια Δημοτικού, της έβαλαν άσπρο γιακά στην ποδιά της και δεν ήθελε να την φορέσει. Είχε φυσική κλίση για ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό. Ζούσε με προσευχή και νηστεία. Δεν έκανε σχέδια για επαγγελματική αποκατάσταση ούτε για τη δημιουργία οικογένειας. Ήταν άριστη μαθήτρια. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και ήθελε να γίνει δασκάλα. Την απασχολούσε όμως το γεγονός ότι, αν θα γινόταν δασκάλα, θα επικοινωνούσε και συνεργαζόταν και με άνδρες συναδέλφους. Έτσι άλλαξε γνώμη. «τι δουλειά έχω εγώ με τους άνδρες;», έλεγε, και θυσίασε την μόρφωση για να ολοκληρώσει απρόσκοπτα την αφιέρωσή της. Επισκεπτόταν συχνά την Ιερά Μονή Στομίου και μάλιστα έμεινε περίπου ένα μήνα εκεί με τον θείο της τον Αλέξιο Φλώρο, τα αδέλφια της και άλλους συγγενείς. Ο Αλέξιος ήταν αδερφός της μητέρας της και επίτροπος στο μοναστήρι. Σε κάποια επίσκεψή της, πλησίασε μια γερόντισσα μοναχή και η Ευθαλία της ζήτησε να την κρατήσει κοντά της να γίνει μοναχή. Εκείνη της είπε: «Εδώ στα βουνά υπάρχουν άγριοι άνθρωποι, ληστές. Εγώ είμαι γριά και θα πεθάνω. Πως θα ζήσεις εδώ στην ερημιά μόνη σου;». ήταν τότε μόλις δεκαέξι ετών και φοβισμένη επέστρεψε και προτίμησε να μείνει μέσα στο σπίτι της, ζώντας πνευματικά.

Η ζωή της κυλούσε με προσευχή, νηστεία και διακονία. Κύριο γνώρισμά της η αγάπη και η θυσία· ήθελε όλους να τους διακονεί και να τους ευχαριστεί. Τ’ αδέρφια της είχαν εμπορικό κατάστημα και εκείνη στο σπίτι ετοίμαζε τα πάντα. Στολισμένη με την ταπείνωση και την υπομονή έζησε και συνεργάσθηκε αρμονικά με την δεύτερη γυναίκα του μεγαλύτερου αδερφού της για πολλά χρόνια. Την πρώτη την προέπεμψε για την αιώνια ζωή με τα λόγια: «Άγγελος μας ήρθες, άγγελος μας έφυγες». Η πρώτη γυναίκα του αδερφού της Γιώργου πέθανε πάνω στην λοχεία και άφησε ορφανό το μόλις δεκαπέντε ημερών κοριτσάκι, την Άννα, την οποία μεγάλωσε με πολλή αγάπη και στοργή η Ευθαλία. Με την δεύτερη γυναίκα του Γιώργου, την Όλγα, έζησαν αγαπημένα πάνω από τριάντα χρόνια. Επίσης μεγάλωσε και τα έξι παιδιά της αδερφής της, της Χαρίκλειας, γιατί αυτή και ο άνδρας της αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας.

Η Ευθαλία ήταν για όλους ένας επίγειος άγγελος. Στους γονείς της πρόσφερε την αγάπη, την διακονία με προθυμία και ευγνωμοσύνη· ειδικά την μητέρα της, την ετοίμαζε καθημερινά νωρίς το πρωί για να περάσουν τα αδέρφια της, που θα πήγαιναν για δουλειά, να την χαιρετήσουν. Τον εαυτό της δεν τον υπολόγιζε, το μόνο που ήθελε ήταν να δίνει και να θυσιάζεται για τους συνανθρώπους της. Το σπίτι της ήταν αρχοντικό και η οικογένειά της φιλόξενη. Φιλοξενήθηκαν στο σπίτι της πολλοί άνθρωποι, απλοί και επίσημοι και κυρίως περιοδεύοντες ιεροκήρυκες. Εκείνη φρόντιζε πάντα να προσφέρει τις υπηρεσίες της χωρίς να φαίνεται. Ήθελε να ζει στην αφάνεια.

Από το σπίτι της δεν έβγαινε, παρά μόνο για να συναντήσει την ξαδέρφη της την Κέτη Πατέρα και την Ντίνα Μόκορου· μ’ αυτές είχε πνευματικές συζητήσεις. Πήγαινε και στην Αργυρώ Παπαθεμιστοκλέους, την πρεσβυτέρα, και της έλεγε λόγια Θεού. Η πρεσβυτέρα πολύ χαιρόταν και ενισχυόταν. Όταν περνούσε από το σπίτι της παπαδιάς ο Πνευματικός, παπα-Παύλος Ζησάκης και την έβρισκε χαρούμενη και ειρηνική, την ρωτούσε: «Πέρασε η Ευθαλία από δω;». Γνώριζε ο παπάς ότι το πέρασμα της Ευθαλίας έφερνε την χαρά και την ειρήνη του Θεού.

Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές και όταν είχε θεία Λειτουργία, η Ευθαλία πήγαινε στην Εκκλησία και ζούσε τα μυστήρια του Θεού. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά και όταν τελείωνε η Εκκλησία έπιανε συζήτηση μαζί τους και τα συμβούλευε. Βοήθησε πολλά κορίτσια να μην ξεστρατίσουν.

Αγαπούσε και προσευχόταν για όλους τους ανθρώπους. Δεν κατέκρινε και δεν ήθελε συζητήσεις με σχόλια για την ζωή των άλλων. Κάποια φορά συζητήθηκε το ατόπημα ενός Ιερέα· εκείνη δεν είπε τίποτα παρά μόνο προσευχήθηκε θερμά για τον ιερέα και του έγραψε ένα γράμμα για πνευματική βοήθεια.

Την αγάπη και φιλανθρωπία της προς κάθε άνθρωπο την εκδήλωνε με κάθε τρόπο. Μένει αλησμόνητη η θυσιαστική της προσφορά και αγάπη που έδειξε προς τους τραυματίες του `40. Η Γεωργική Σχολή της Κόνιτσας είχε μεταβληθεί σε νοσοκομείο που δεχόταν τους τραυματίες του πολέμου. Οι τραυματίες όμως ήταν πολλοί και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε και τι σπίτι της Ευθαλίας Πατέρα και μάλιστα στήθηκε εκεί και χειρουργείο. Η Ευθαλία μαζί με άλλες εθελόντριες αδελφές που είχαν έρθει από την Αθήνα, περιποιούντο τους τραυματίες, δείχνοντάς τους αγάπη και ανακουφίζοντας τον πόνο τους. Μαζί με την ανακούφιση και την αγάπη που έδειξε στους τραυματίες τους έλεγε και λόγια Θεού, στηρίζοντας και παρηγορώντας τους.

Η Ευθαλία διατηρούσε ακόμη τον πόθο να γίνει μοναχή. Την επιθυμία της την είπε σε κάποιον πνευματικό-ιεροκήρυκα που φιλοξενήθηκε στο σπίτι της, αλλά τότε ζούσε ακόμη η μητέρα της, η οποία ήθελε βοήθεια, και με την προτροπή του έμεινε για να την υπηρετήσει.

Η Ευθαλία γνώριζε τον γέροντα Παΐσιο. Όταν ο Γέροντας φιλοξενούνταν στο πατρικό της Κέτης, φώναζε την Ευθαλία και προσεύχονταν μαζί, έκαναν Παρακλήσεις και πνευματική συζήτηση. Όταν αργότερα ο Γέροντας εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Στομίου, η Ευθαλία τον επισκεπτόταν συχνά. Ήταν μάλιστα παρούσα στην μετακίνηση του βράχου από τον Γέροντα Παΐσιο και όταν ο Γέροντας πέταξε το τηγάνι με τα ψάρια στον γκρεμό. Συμμετείχε στην φιλανθρωπική προσπάθεια με τους κουμπαράδες που είχε ο Γέροντας σε διάφορα σημεία της Κόνιτσας. Η ίδια καθώς έλεγε με απλότητα, είχε αναλάβει μια πολύτεκνη φτωχή οικογένεια.

Όταν έγινε στην Κόνιτσα Επίσκοπος ο π. Σεβαστιανός, γνώρισε την Ευθαλία και ένα Σάββατο μετά τον Εσπερινό στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, της είπε: «Ευθαλία, αναλαμβάνεις να ανοίξουμε γηροκομείο;». Εκείνη με συστολή απάντησε: «Δεν είμαι ικανή για ένα τέτοιο μεγάλο έργο». Ο Επίσκοπος της είπε να κάνει προσευχή για μια εβδομάδα και να του απαντήσει. Διηγήθηκε η Ευθαλία: «Μία εβδομάδα έλειωσα σαν το κερί… δεν τολμούσα να αναλάβω ένα τέτοιο μεγάλο έργο, ένοιωθα αδύναμη και ανίκανη, γι’ αυτό μετά από μια εβδομάδα μπροστά στον Δεσπότη είπα: ΄΄Δεν μπορώ Σεβασμιώτατε, νοιώθω αδύναμη και ακατάλληλη για ένα τέτοιο μεγάλο έργο΄΄».

Εκείνος τότε, έχοντας πληροφορία και εξουσία από τον Θεό, διηγείται η ίδια, με πήρε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και μου είπε «σε καλεί η Παναγία και όχι εγώ». Τότε έβαλα τα κλάματα και είπα «πώς να αρνηθώ στην Παναγία;» και έκανα υπακοή. Χωρίς καθυστέρηση μάζεψε τα ρούχα της και πήγε στο Εκκλησιαστικό γηροκομείο «Η Θεοτόκος». Ήταν ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι, το οποίο δώρισε στην Μητρόπολη η ξαδέρφη της Κέτη Πατέρα. Από την πρώτη μέρα ήρθαν τέσσερις γερόντισσες και την Κυριακή με την παρουσία του Σεβασμιωτάτου κ. Σεβαστιανού έκαναν αγιασμό.

Με το ξεκίνημα της λειτουργίας του Εκκλησιαστικού γηροκομείου άνοιξε για την Ευθαλία μια νέα ζωή προσφοράς αγάπης. Μετά τον Θεό και την Παναγία είχε πνευματικό στήριγμα τον Επίσκοπο κ. Σεβαστιανό.

Το παράδειγμά της συγκίνησε όλους τους κατοίκους της Κόνιτσας, οι οποίοι έσπευσαν να προσφέρουν από το υστέρημά τους για να λειτουργήσει το Ίδρυμα. Την κύρια και βασική ευθύνη για την λειτουργία του γηροκομείου είχε η Διευθύντρια πλέον, Ευθαλία Πατέρα. Η Ευθαλία είχε τις γιαγιάδες σαν αδελφές και μητέρες και τις περιποιείτο με πολλή αγάπη. Φρόντιζε και για την υλική και για την πνευματική τροφή τους. Στην αρχή ήταν και μαγείρισσα και πλύστρα και… Διευθύντρια. Κάθε πρωί συγκέντρωνε τις γερόντισσες στο καθιστικό και μαζί τους έκανε προσευχή· το απόγευμα έψελναν όλες μαζί την παράκληση στην Παναγία. Ήταν τελειόφοιτη Δημοτικού αλλά γνώριζε τα της λατρείας. Είχε μάθει και έψελνε πολλά τροπάρια και εξαποστειλάρια. Πολλές φορές ερχόταν και ο Σεβασμιώτατος, προσευχόταν και συνομιλούσε με τις γερόντισσες, ενώ κάθε Κυριακή έτρωγε μαζί τους. Υπήρχε στο γηροκομείο μια ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα, όπου έβρισκαν τροφή και στέγη και κάθε άλλη φροντίδα ψυχές εγκαταλελειμμένες. Η Ευθαλία είχε διοικητικά χαρίσματα και ήταν πολύ οικονόμα. Εκεί έζησε ως το τέλος της ζωής της. Όπως αποδείχθηκε εκ’ των υστέρων, η διεύθυνση και διακονία του γηροκομείου δεν την εμπόδισε να καλλιεργήσει τις μοναχικές αρετές με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαιτέρως την ακτημοσύνη, την προσευχή, τον εγκλεισμό, την αφάνεια, την υπακοή, την διάκριση και την υπομονή.

Τα πράγματα που μετέφερε από το σπίτι της στο γηροκομείο το 1968 χωρούσαν σε μια τσάντα· αυτή ήταν όλη η περιουσία της· δυσκολεύτηκαν να βρουν ενδύματα για την κηδεία της, αφού όλα τα πράγματά της ήταν ένα παλτό, μια ζακέτα, δύο φούστες, πέντε-έξι αλλαξιές, μια οδοντόβουρτσα, μια χτένα, ένα πορτοφολάκι, μια ομπρέλα, τα γυαλιά, το μπαστούνι της και τρία βιβλία.

Προσωπικό κελλί δεν είχε. Τα πρώτα χρόνια ζούσε στον ίδιο θάλαμο με τρεις γιαγιάδες. Όταν αυξήθηκε ο αριθμός των γιαγιάδων, έστρωνε δύο κουβερτούλες στο καθιστικό για τον βραδινό της ύπνο και το πρωί τις μάζευε. Ούτε ντουλάπι ούτε κομοδίνο είχε δικό της.

Όταν υπήρχε κάποια παρεξήγηση με τις γιαγιάδες ή όταν δεν την άκουγαν και είχαν ιδιοτροπίες, υποχωρούσε. Μελετούσε την Αγία Γραφή, τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τα συγγράμματα του αγίου Νεκταρίου και βίους Αγίων. Μάλιστα τα βιβλία που μελετούσε είχαν φθαρεί από την πολλή χρήση. Είχε κομποσκοίνι και ασκούσε τη νοερά προσευχή όπως την είχε διδάξει ο γέροντας Παΐσιος.

Η Ευθαλία αρχικά εξομολογιόταν στον παπα-Δημήτριο. Η ίδια επιθυμούσε την συχνή θεία Κοινωνία. Ο Πνευματικός της όμως την επέτρεπε να κοινωνεί τρεις εώς τέσσερις φορές τον χρόνο. Αν και δεν την ανέπαυε αυτό , έκανε όμως υπακοή. Αφ’ ότου όμως πήγε στο γηροκομείο, ήταν στην υπακοή του Σεβασμιωτάτου και κοινωνούσε μία με δύο φορές την εβδομάδα. Η τιμή και η αγάπη ήταν αμοιβαία μεταξύ του Σεβασμιωτάτου και της Ευθαλίας.

Για τελευταία φορά πέρασε από την αγορά της Κονίτσης το 1940, μεταφέροντας πορτοκάλια για να προσφέρει χυμό στους τραυματίες του πολέμου. Έκτοτε ο μοναδικός δρόμος που γνώριζε ήταν ο δρόμος που οδηγούσε στον Άγιο Νικόλαο. Από το 1968  που πήγε στο γηροκομείο, συνέχισε για ένα διάστημα το ίδιο τυπικό να βγαίνει μόνο για εκκλησιασμό στον Άγιο Νικόλαο. Αργότερα εκκλησιαζόταν μόνο στο παρεκκλήσι των Ιδρυμάτων. Αξιοσημείωτο είναι ότι ποτέ δεν την έβλεπε κανείς ακόμα και στην αυλή.

Δεν ανεχόταν ποτέ σχόλια και κουτσομπολιά για άλλους από τις κυρίες που εργαζόντουσαν στο Ίδρυμα. «Αφήστε τον κόσμο να κάνει τη δουλειά του», έλεγε επιτακτικά και έκοβε από την αρχή κάθε σχόλιο.

Μια γιαγιά που την περιποιούταν η Ευθαλία, με πολλή αγάπη και φροντίδα, της φιλούσε τα χέρια. «Σ’ έχω μάνα», της έλεγε και ας ήταν μεγαλύτερη από την Ευθαλία. Η ίδια προέπλενε με τα χέρια της τα λερωμένα ρούχα των γιαγιάδων, για να τα πλύνουν στη συνέχεια οι κυρίες το πρωί.

Υπήρχε παλαιότερα η νοοτροπία ότι, αν κάποιος ήταν κατάκοιτος, είχε πολλές αμαρτίες. Η Ευθαλία, για να μην νοιώθουν άσχημα οι κατάκοιτες με τον τρόπος της έκρυβε την κατάσταση κάθε κατάκοιτης γιαγιάς στους επισκέπτες. Ποτέ δεν είχε πει ότι έχουμε κατάκοιτες γιαγιάδες. Τις κατάκοιτες τις περιποιούνταν η Ευθαλία και η Κλειώ.

Το πνεύμα της θυσίας το μετέδιδε και στο υπόλοιπο προσωπικό, που κατέφερνε να το διατηρεί ενωμένο και αγαπημένο. Ήταν έντονη η παρουσία της βοήθειας του Θεού στο έργο του γηροκομείου την περίοδο που τα μέσα και τα άτομα του προσωπικού ήταν λίγα. Η παρουσία της Ευθαλίας ενέπνεε όλες τις κυρίες. Έδειχνε κατανόηση στους συνεργάτες της και προσπαθούσε να βρίσκει τρόπους να τους ξεκουράσει.

Όλοι διδασκόντουσαν και εμπνεόντουσαν από τα λόγια και κυρίως από το παράδειγμα της Ευθαλίας. Εννοείται πως η Ευθαλία προσέφερε τις υπηρεσίες της χωρίς καμία υλική αμοιβή. Στους επισκέπτες τους γηροκομείου ήταν ευγενέστατη και όσους φιλοξενούσε κάποιες μέρες τους έκανε να αισθάνονται πραγματικά σαν στο σπίτι τους, αφού της πήγαινε πολύ ο ρόλος της μητέρας. Ο λογισμός της ήταν καλός για όλους. Το μέγεθος και η ανιδιοτελής αγάπη της Ευθαλίας προς τις γιαγιάδες φαίνεται και μια περίπτωση γιαγιάς που ξεκίνησε με καρκίνο στο βλέφαρο και δημιούργησε πληγή σε όλο το πρόσωπό της. Το θέαμα ήταν φρικτό, οι πόνοι αφόρητοι, η περιποίηση και απαραίτητη φροντίδα για να γίνει απαιτούσε μεγάλη αγάπη και υπομονή. Αυτά τα διέθετε μόνο η Ευθαλία. Καθώς την φρόντιζε και της μιλούσε με τρυφερότητα, εκείνη (η κυρά-Γίτσα) την αποκαλούσε «μάνα». Η όλη εικόνα ήταν ιεροτελεστία, η αγάπη και η θυσία σε μία γνήσια και αυθεντική έκφραση. Πάνω από δύο δεκαετίες υπηρέτησε η Ευθαλία γερόντισσες πονεμένες και κατάκοιτες.

Όταν πέθαινε κάποια γερόντισσα η Ευθαλία ξενυχτούσε και διάβαζε το Ψαλτήρι. Τους υπόλοιπους του προσωπικού του γηροκομείου τους έστελνε να ξεκουραστούν.

Στην αγορά δεν κατέβαινε, είχε όμως τον τρόπο της και επικοινωνούσε με τους ανθρώπους που ήθελαν να προσφέρουν. Όλοι ήταν συγκινημένοι από την πηγαία αγάπη και ευγένειά της.

Η Ευθαλία δεν ήταν μόνο μάνα για τις γερόντισσες του Εκκλησιαστικού γηροκομείου, αλλά και για τα παιδιά του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου Αρρένων «Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός». Έδειχνε την αγάπη της παντοιοτρόπως. Όλοι οι οικότροφοι θυμούνται με πολύ σεβασμό και ευγνωμοσύνη την κυρά-Ευθαλία.

Ήταν άνθρωπος πίστεως και υπομονής· είχε διάκριση, δεν έλεγε πολλά. Ήξερε να φέρεται και να μιλά στον καθένα, όπως έπρεπε, με καλό τρόπο και με αγάπη. Από τις αρχές της και το πνευματικό πρόγραμμα δεν έβγαινε (νηστείες, προσευχές). Έτρωγε μόνο την Κυριακή λίγο κρέας και την Τρίτη λίγο ψάρι. Τις υπόλοιπες μέρες το φαγητό της ήταν πολύ λίγο και απλό. Έκανε το τριήμερο και κρατούσε τις νηστείες με χαρά.

Αργότερα σε μια καινούργια πτέρυγα των φιλανθρωπικών αυτών ιδρυμάτων ενσωματώθηκε και ένα εκκλησάκι και σχεδόν κάθε Σάββατο γινόταν θεία Λειτουργία. Η Ευθαλία έκλαιγε από χαρά, γιατί έτσι ολοκληρώθηκε η πνευματική τροφή όλων των τροφίμων και του γηροκομείου και του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου.

Μεγάλη ανακούφιση και βοήθεια είχε η Ευθαλία από το 1973, όταν ήρθε η Κλειώ Ρόκου, μια ψυχή απλή με πολλή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Αφιερωμένη κι εκείνη στον Θεό και στην υπηρεσία του πλησίον, συνεργάσθηκε με την κυρα-Ευθαλία όλα τα χρόνια αρμονικά, σαν μάν με κόρη υπηρετώντας τις γιαγιάδες. «Μεγάλο δώρο μου έστειλε ο Θεός», έλεγε η Ευθαλία για την Κλειώ.

Η μέριμνα και η φροντίδα για τα άπορα και ορφανά παιδιά ήταν κανόνας στην ζωή της. Κάποιος θείος της, τής έστελνε χρήματα και εκείνη τα έδινε σε ορφανά και φτωχά παιδιά. Είχε αναλάβει τα ορφανά εγγόνια μια γερόντισσας, η οποία ήταν στο γηροκομείο.

Τα δύο τελευταία χρόνια η Ευθαλία εξ αιτίας της οστεοπόρωσης έπεσε κατάκοιτη στο κρεβάτι και η Κλειώ την φρόντιζε με παραδειγματική αφοσίωση και αγάπη, ως κόρη γνήσια. Σε μια επίσκεψη ο Σεβασμιώτατος της είπε:
– Κυρία Ευθαλία, εκεί που θα πας να μας θυμάσαι, μη μας ξεχάσεις.
– Σεβασμιώτατε, πρώτα θα πάτε εσείς και ύστερα εγώ.

Και πράγματι· ενώ ήταν υγιείς τότε ο Σεβασμιώτατος, κλονίστηκε η υγεία του και εκοιμήθει στις 12 Δεκεμβρίου του 1994, ενώ η Ευθαλία εκοιμήθει δώδεκα ημέρες αργότερα στις 24/12/1994.

Η γερόντισσα Ευθαλία ήταν προικισμένη από τον Θεό με πάρα πολλά χαρίσματα πνευματικά και διανοητικά, τα οποία πολλαπλασίασε ενώ συστηματικά τα έκρυβε. Μας δίδαξε ότι τόσο με τα λόγια της, αλλά κυρίως και προπαντός με το παράδειγμά της με ένα ιδιαίτερα μυστικό τρόπο, με όλη την ζωή της, με την αστείρευτη αγάπη της, την εμπιστοσύνης της στην πρόνοια του Θεού, την ακλόνητη πίστη, την απόλυτη ακτημοσύνη της, την ταπείνωσή της, την αφάνειά της και την διάκριση· με την εμπνευσμένη καθοδήγηση και διοίκηση του Ιδρύματος, με την προσφορά αβραμιαίας φιλοξενίας. Μας δίδαξε με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο μίκραινε και διέλυε τα τυχόν προβλήματα που δημιουργούνταν, με την θυσία, την καρτερία και την υπομονή που έδειχνε σε όλα, αλλά και με τη σιωπή και με την αδιάκριτη υπακοή στο θέλημα του Θεού, με την υποδειγματική της υπακοή στον Πνευματικό της, τον Σεβασμιώτατο, με την σοφία που την χαρακτήριζε. Τους ιδιαίτερους αγώνες της τους γνωρίζει η ίδια και ο Θεός. Κατάφερε να μείνει άγνωστη στους πολλούς ανθρώπους, αλλά γνωστή στον Θεό.

Αιωνία της η μνήμη. Αμήν.