Κέτη Πατέρα

Κέτη Πατέρα

Ο Μιχαήλ Πατέρας και η σύζυγός του Ελένη, κάτοικοι Κονίτσης, το έτος 1921 απέκτησαν την Μαρίνα-Ερρικέτη. Οι γονείς της ήταν πιστοί, θεοσεβούμενοι και αρκετά ευκατάστατοι, με σπίτια, κτήματα πολλά και χρήματα από το εμπόριο που έκανε ο πατέρας της. Η μικρή Μαρίνα-Ερρικέτη, που όλοι την φώναζαν Κέτη, διδάχθηκε από μικρή την πατροπαράδοτη ευλάβεια, αλλά και η ίδια είχε έμφυτη αγάπη προς την Εκκλησία. «Από μικρή που ένοιωσα τον κόσμο, αγάπησα πολύ την θεία Λειτουργία και τις ακολουθίες της Εκκλησίας», ανέφερε η ίδια.

Μετά την κατάρρευση του αλβανικού Μετώπου ήρθαν οι Ιταλοί στην Κόνιτσα και οι περισσότεροι κάτοικοι κρύφτηκαν στα βουνά. Η Κέτη παρέμεινε κοντά στους φιλάσθενους γονείς της και στην ηλικιωμένη γιαγιά της. Αιχμαλωτίστηκαν από τους Ιταλούς και μεταφέρθηκαν στο Μπάρι.
Η Κέτη πήρε μαζί της σε ένα καλαθάκι Μεγάλο Αγιασμό, την Σύνοψη και εικόνες. Στο πλοίο που έφθασε με ασφάλεια στην Ιταλία, ενώ πολλά άλλα είχαν τορπιλιστεί, η Κέτη παρακινούσε τους συναιχμαλώτους να προσεύχονται. Κάποιοι την κορόϊδευαν και την ειρωνεύονταν αλλά μετά ζητούσαν να προσεύχεται για αυτούς. Βοήθησε μια ετοιμόγεννη στον τοκετό και μαζί με προσευχή και μετάνοιες η γυναίκα γέννησε φυσιολογικά. Επειδή όμως δεν είχε γάλα να ταΐσει το βρέφος, η Κέτη του έδωσε αγιασμό και με την μεσολάβησή της τους δόθηκε τροφή και το παιδί έζησε.

Ήταν Μεγάλη Σαρακοστή και τους έδιναν αρτύσιμα φαγητά, αλλά η Κέτη δεν έτρωγε τίποτε παρά μόνο ψωμί. Νήστευε για να κοινωνήσει του Ευαγγελισμού. Οι υπόλοιποι την ειρωνεύονταν και τη ρωτούσαν το πώς θα κοινωνήσει του Ευαγγελισμού; και αυτή με βεβαιότητα του έλεγε ότι μέχρι του Ευαγγελισμού θα γυρίσουμε στην Ελλάδα. Και όντως έγινε ανταλλαγή αιχμαλώτων πριν από τον Ευαγγελισμό και η Κέτη κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.

Επιστρέφοντας από την ομηρία της η Κέτη εργάστηκε εθελοντικά στο Πρεβαντόριο Κονίτσης που τότε φιλοξενούσε 200-250 παιδιά κατοχικά. Είχε ζητήσει από την υπεύθυνη να της δώσει οποιαδήποτε εργασία αρκεί την Κυριακή να είναι ελεύθερη να πάει στην Εκκλησία.
Της έφεραν αντίρρηση αλλά δεν υπάκουσε.

Η φιλόθεη Κέτη δεν ήθελε καμιά ημέρα του χρόνου να χάσει Εσπερινό και θεία Λειτουργία.
Η μόνιμη προσπάθειά της ήταν να βρει σε ποια εκκλησία γίνεται θεία Λειτουργία για να τρέξει να την απολαύσει. Θυσίαζε τον ύπνο της, διήνυε μεγάλες αποστάσεις, αρκεί να μην χάσει την θεία Λειτουργία.

Στην Κόνιτσα έφευγε νύχτα από την εργασία της, πήγαινε να λειτουργηθεί και το πρωί επέστρεφε. Οι παρατηρήσεις των υπευθύνων δεν την ανέκοψαν. Ήταν καλή στη δουλειά της και αγαπούσε τα παιδιά. Γι’ αυτό και ανέχθηκαν αυτήν την θεοφιλή «ιδιοτροπία» της. Μια νύχτα πηγαίνοντας ως συνήθως να βρει Λειτουργία, πέρασε μέσα από ναρκοπέδιο, αλλά την φύλαξε ο Θεός. Πέρασε πάνω από τις νάρκες και δεν έσκασε καμμιά.

Παιδόπολη Ζηρού

Παιδόπολη Ζηρού

Το 1950 προσλήφθηκε ως νοσοκόμα στον Ζηρό που λειτουργούσε ως παιδόπολη.
Στο πρόγραμμα, κατά τη δική μας κοσμική αντίληψη, δεν ήταν συνεπής. Από το αναρρωτήριο την μετέθεσαν στην ιματιοθήκη ως γαζώτρια, επειδή απουσίαζε αρκετό χρόνο τις νύχτες.
Στην παιδόπολη έπαιρνε τα παιδιά στο αναλόγιο και τα μάθαινε να ψέλνουν.
Μέσα από πολλές αντιξοότητες προσπαθούσε να επισκέπτεται τα γύρω χωριά με σκοπό να γνωρίσει τους ιερείς και να εξασφαλίσει την καθημερινή της Λειτουργία. Πήγαινε στην Παντάνασσα. Περνούσε τον ποταμό Λούρο πάνω σε ένα μονόξυλο με δύο τεντωμένα συρματόσχοινα κάθε νύχτα όλο τον χειμώνα και ήταν φορτωμένη με τσάντες τρόφιμα για τους φτωχούς. Πάντα είχε μαζί της πρόσφορο μήπως δεν έχει ο παπάς.

Άλλοτε ήθελε να περάσει ένα ποτάμι μα δεν υπήρχε γέφυρα και για να μην χάσει τη θεία Λειτουργία την πέρασε στην πλάτη του ένας γέρος βοσκός. Περπατούσε πολύ, μάλλον πετούσε, και πήγαινε μέσα από δύσβατους τόπους. Κάποτε περνώντας κοντά από ένα μαντρί την αντιλήφθηκαν τα σκυλιά και όρμησαν να την φάνε. «Πρόλαβα», είπε, «και κάθισα κάτω και τα σκυλιά αμέσως γύρισαν πίσω». Άλλη φορά συνάντησε νύχτα μια αρκούδα, της έφεξε στα μάτια με τον φακό που είχε μαζί της και το ζώο άλλαξε δρόμο και έφυγε.

Οι περιπέτειες της Κέτης για την καθημερινή της Λειτουργία ήταν πολλές. Τότε δεν είχαν τηλέφωνα. Κάποια μέρα δεν ειδοποιήθηκε από κανένα γνωστό της ιερέα για Λειτουργία την επομένη. Όταν τελείωσε από τη δουλειά της ξεκίνησε από την Φιλιππιάδα το απόγευμα με τα πόδια, αφού ρώτησε πρώτα εκεί τους παπάδες, μετά πήγε στο χωριό Καμπή, ύστερα στην Παντάνασσα, εν συνεχεία στον Άγιο Γεώργιο, αλλά δεν είχαν Λειτουργία, συνάμα και νύχτωσε. Φεύγει για το Κεράσοβο, πάντα με τα πόδια. Εκεί βρήκε παπά που θα λειτουργούσε την άλλη μέρα, αλλά δεν έμεινε γιατί του παπά του πονούσε το δόντι· η Κέτη φοβήθηκε μήπως δεν μπορέσει από τον πονόδοντο να λειτουργήσει και έφυγε για την Βούλιστα Παναγία. Πηγαίνοντας για την πάνω Βούλιστα με την αδελφή του παπά, έπεσε σε ένα λάκκο με ασβέστη μέχρι τα γόνατα. Πλύθηκε και πήγε στην Λειτουργία. Από το απόγευμα που ξεκίνησε μέχρι το ναό που λειτουργήθηκε διήνυσε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων.

Στην Κόνιτσα πήγαινε τακτικά για να βλέπει την ηλικιωμένη μητέρα της που έμενε μόνη. Μια ημέρα στην Εκκλησία, ανεβαίνοντας στην καρέκλα να ανάψει τα καντήλια, έπεσε και έσπασε το πόδι της πάνω από το γόνατο. Πήγε στο νοσοκομείο και το τακτοποίησαν. Της είπαν να μείνει ξαπλωμένη μέχρις ότου γιατρευθεί. Αλλά αν έμενε στο νοσοκομείο που θα έβρισκε θεία Λειτουργία; Γι’ αυτό έφυγε κουτσαίνοντας, βρήκε αυτοκίνητο και πήγε στον άγιο Γεώργιο Φιλιππιάδος στον γνωστό της παπα-Βασίλη Ζαλακώστα, όπου ζήτησε να της στρώσουν στον γυναικωνίτη της Εκκλησίας.
Εκεί κοιμήθηκε είκοσι μερόνυχτα και κάθε μέρα πήγαιναν οι ιερείς και λειτουργούσαν.

Κάποια φορά μια χειμωνιάτικη νύχτα έκανε τέτοια καταιγίδα που ξερίζωνε δέντρα. Ούτε και αυτό στάθηκε εμπόδιο. Πήγε χωρίς δισταγμό να λειτουργηθεί, αλλά άργησε να επιστρέψει. Όλο το προσωπικό περίμεναν ανήσυχοι και φοβόντουσαν μήπως κάποιο δέντρο έπεσε πάνω της. Εμφανίσθηκε χαρούμενη με ματωμένα πόδια εξηγώντας πως η καθυστέρησή της οφειλόταν στο ότι περνούσε πάνω από τα πεσμένα δέντρα που συναντούσε.

Εγγραφο637          Άραγε τι να αισθανόταν η Κέτη κατά τη θεία Λειτουργία; Θα ήταν κάτι πολύ δυνατό, ώστε να ξεπερνά όλους τους κόπους και τις θυσίες που έκανε για να λειτουργηθεί. Η ίδια έκανε και τον ψάλτη, πλήρωνε τους ιερείς, κουβαλούσε όταν χρειαζόταν και τα βιβλία μαζί της. Μερικές φορές πήγαινε σε μια αγρυπνία και το πρωί πήγαινε πάλι να λειτουργηθεί. Όταν ύστερα επισκεπτόταν γνωστό της σπίτι ήθελε να ακούσει και τρίτη θεία Λειτουργία. Γονάτιζε δίπλα στο ραδιόφωνο και έκανε μετάνοιες όταν ήταν η μνήμη κάποιου μεγάλου Αγίου. Δεν την πείραζε τότε κανένας θόρυβος, δεν άκουγε, δεν έβλεπε τίποτε.
Τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη της για την λατρεία του Θεού!

Η Κέτη ήταν μια λαϊκή ασκήτρια σε μεγάλα μέτρα. Τον εαυτό της τον είχε παραμελημένο και παραπεταμένο. Από τον μισθό της ποτέ δεν διέθεσε ούτε δραχμή για τον εαυτό της, για ρούχα ή για φαγητό. Φορούσε φτωχικά ρούχα και παπούτσια που της έδιναν ελεημοσύνη. Έτρωγε λίγο και όχι για να χορτάσει γιατί ήθελε να προσεύχεται νηστική. Ποτέ δεν μαγείρευε για τον εαυτό της, αλλά και ποτέ δεν έμεινε χωρίς φαγητό. Πήγαινε στην Χριστίνα Εζνεπίδου, αδελφή του γέροντος Παϊσίου και επειδή της είχε θάρρος της έλεγε να κάνει λίγο ζυμαρικό. Έλεγε «αυτό είναι βασιλικό φαγητό». Όσο καιρό ήταν στην παιδόπολη, κανείς δεν την είδε να τρώει με το προσωπικό. Κρέας δεν έτρωγε και μετά την κοίμηση της μητέρας της απείχε και από τα γαλακτοκομικά και τα αυγά. Είχε μεγάλη αντοχή στη νηστεία. Πολλές μέρες τις περνούσε μόνο με το αντίδωρο που είχε μέσα στην τσάντα της.

Όταν κοιμόταν λίγο για να ξεκουραστεί, δεν σκέπαζε τα πόδια της για να μην κοιμηθεί βαριά και δεν ξυπνήσει για την θεία Λειτουργία. Ταλαιπωρούσε το σώμα της και στον ύπνο και στη νηστεία.
Στα γόνατά της είχαν σχηματιστεί δύο μεγάλοι μαύροι κύκλοι από τις εδαφιαίες μετάνοιες, την πολύωρη γονυκλιτή στάση της κατά τη θεία Λειτουργία και τις ατομικές προσευχές της.

Η ζωή της Κέτης από παιδί μέχρι την κοίμησή της ήταν θεία λατρεία, άσκηση και ελεημοσύνη. Ήταν τόσο ελεήμων που τα υλικά τα οποία άφθονα της παρείχαν οι γονείς της, τα μοίραζε σε φτωχούς. Και όταν της έβαζαν περιορισμούς, τύλιγε σε ένα σεντόνι τα τρόφιμα και με ένα σχοινί τα κατέβαζε από το παράθυρο για να μην τα βλέπουν οι γονείς της. Τα ενοίκια των χωραφιών που έπαιρναν σε είδος (σιτάρι, καλαμπόκι κ.λ.π.), τα κουβαλούσε κρυφά σε μια γειτόνισσα έμπιστή της και από εκεί με άνεση έκανε διανομή στους φτωχούς, για να μην την βλέπει και στενοχωριέται η μητέρα της.

Ήταν η πρώτη συνεργάτης του π. Παϊσίου στις ομάδες αγάπης και συνέχιζε αυτό το έργο και μετά την αναχώρηση του Γέροντα από το Στόμιο. Οι καλοσύνες που έκανε ήταν πολλές και αθόρυβες. Όχι μόνο διέθεσε τον μισθό της και όλη την περιουσία της για τους φτωχούς, αλλά και η ίδια έγινε διάκονος της αγάπης για τους φτωχούς και τους αρρώστους.

Τις ελεύθερες ώρες έτρεχε στα χωριά, έκανε ενέσεις στους αρρώστους και κουβαλούσε τρόφιμα σε φτωχούς. Φορούσε μια κάπα επίτηδες για να μην φαίνονται οι τσάντες με τα τρόφιμα.

Για τον εαυτό της δεν φρόντιζε. Σκεφτόταν τους άλλους. Δεν μιλούσε για αγαθοεργίες μόνο έπραττε, όσο μπορούσε αθόρυβα. Έδινε χρήματα στον ιερέα της Μελισσόπετρας για να βοηθά φτωχές οικογένειες. Βάπτισε αρκετά παιδάκια και είχε τη μέριμνά τους.

Στο Ριζοβούνι περιποιόταν μια γριά εγκαταλελειμμένη μέχρι την κοίμησή της, σαν να περιποιόταν τη μάνα της. Στο Άγιο Γεώργιο επίσης μια άλλη γριά που της προσέφερε ότι χρειαζόταν μέχρι που κοιμήθηκε. Βοηθούσε και μια άλλη φτωχή και πολύτεκνη οικογένεια. Η μάνα περίμενε παιδάκι αλλά σκεπτόμενη την φτώχεια τους αποφάσισε με τον άντρα της να πάνε για έκτρωση. Στον δρόμο συνάντησαν την Κέτη η οποία όταν έμαθε τι είχαν αποφασίσει τους έβαλε τις φωνές. Τους είπε να γυρίσουν σπίτι τους και υποσχέθηκε να αναλάβει την προστασία και την τροφοδοσία του παιδιού. Έγινε μάλιστα ανάδοχός του και το βοήθησε περισσότερο από όσο υποσχέθηκε μέχρι που μεγάλωσε και άρχισε να εργάζεται.

Το 1960 ο ευλαβέστατος παπα-Βασίλης Ζαλακώστας έκτισε σπίτι στον Άγιο Γεώργιο, αλλά τα χρήματά του δεν έφθασαν να το τελειώσει. Τότε η Κέτη μεσολάβησε, πλήρωσε ένα αυτοκίνητο ξυλεία για να σκεπαστεί το σπίτι και έγιναν τα πατώματα και τα κουφώματα. Ο παπα-Βασίλης είναι από τους λίγους που κατάλαβε την αξία της Κέτης, την γνώρισε πολύ καλά, μάλιστα του βάπτισε την κόρη του Μαρία· στο τέλος πήρε στο σπίτι του την μητέρα της Κέτης.
Έλεγε στην πρεσβυτέρα του: «Δεν ξέρεις το αξίζει η Κέτη».
Πίστευε ότι η ζωή της Κέτης ήταν μοναδική, ιδιόμορφη και δεν έμοιαζε με την ζωή των άλλων ανθρώπων.

Έκανε τακτικά ταξίδια στην Κόνιτσα και στην Αθήνα για να βλέπει τη μητέρα της και τα αδέλφια της. Αν και είχε χρήματα, δεν ήθελε να πληρώνει εισιτήριο. Πήγαινε με ωτοστόπ όχι από τσιγγουνιά αλλά για να διαθέσει τα χρήματα του εισιτηρίου για ελεημοσύνες. Έλεγε: «με αυτά τα χρήματα του εισιτηρίου μπορώ να αγοράσω δυό-τρία κιλά ρύζι και να τα δώσω σε μια φτωχή οικογένεια που πεινάει». Κάποτε όλη την ημέρα περίμενε στον δρόμο όρθια, δεν σταμάτησε να την πάρει κανένα αυτοκίνητο και γύρισε στο σπίτι με τις τσάντες.

Στο μοναστήρι της Δουραχάνης που είχε εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια, μάζευε μπομπονιέρες από βαπτίσεις για να τις πουλάει και τα χρήματα τα έδινε σε φτωχούς. Μερικοί της έβλεπαν με οίκτο, όπως ήταν φτωχοντυμένη και σκελετωμένη και της έδιναν και κάποια ελεημοσύνη. Την αποδεχόταν με χαρά για να την δώσει και αυτή στη συνέχεια σε άλλους. Χαιρόταν να την θεωρούν ζητιάνα και φτωχή. Ήταν όμως πεντακάθαρη με τα ελάχιστα ρούχα που είχε. Ζητούσε ρούχα και κυρίως παπούτσια, δήθεν για τον εαυτό της και τα έδινε σε άλλους που είχαν ανάγκη.
Δεν μπορούσε να ησυχάσει αν δεν ελεούσε κάθε μέρα.

Από το μοναστήρι της Σουρωτής, με υπόδειξη του γέροντος Παϊσίου, έστελναν στην Κέτη κάθε χρόνο μια ευλογία, καθαρό μέλι, ελιές, βιβλία. Πολύ τα χαιρόταν· αμέσως πήγαινε τα πουλούσε και έδινε τα χρήματα όπου ήξερε ότι έχουν μεγάλη ανάγκη.

Η Κέτη φρόντιζε πολύ για την ευπρέπεια των Εκκλησιών. Με ενέργειές της και την χρηματική της βοήθεια ανακαινίσθηκε και καλλωπίσθηκε ο ναός του αγίου Νικολάου στο χωριό Άγιος Γεώργιος Φιλιππιάδος· φρόντιζε ακόμη να έχει λάδι για τα καντήλια. Ενδιαφερόταν για την καθαριότητα και την τάξη της Εκκλησίας και παρακινούσε τις γυναίκες να φροντίζουν για την Εκκλησία καλύτερα από το σπίτι τους.

Η Κέτη ό,τι ακίνητα είχε κληρονομήσει τα αφιέρωσε στην Ιερά Μονή Στομίου και ένα οίκημα εντός της Κονίτσης το δώρησε στην Μητρόπολη. Είναι το γηροκομείο Κονίτσης. Ζητούσε από την αδελφή της και την ανιψιά της να κάνουν το ίδιο και αυτές. Τις παρακινούσε λέγοντας: «Πώς θα πάτε στην άλλη ζωή με άδεια χέρια

Γηροκομείο Κονίτσης

Γηροκομείο Κονίτσης

Κάποτε που γιόρταζε η Εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου στο χωριό Άγιος Γεώργιος Φιλιππιάδος, πήγε η Κέτη σε μια χήρα που είχε πολλά λουλούδια στην αυλή της, την παραμονή, και της ζήτησε λουλούδια για να φτιάξει ένα στεφάνι για την εικόνα του Αγίου. Η χήρα αρνήθηκε και δεν της έδωσε λουλούδια.  Η Κέτη έφυγε και μόνο της είπε: «Δεν πειράζει, μην μου δίνεις, αλλά μέχρι το βράδυ θα τα χάσεις, δεν θα σου μείνει ούτε ένα λουλούδι». Και πράγματι όταν άρχισε να βραδιάζει, την ώρα του Εσπερινού έπιασε μια ραγδαία βροχή και ένας ανεμοστρόβιλος δυνατός, με αποτέλεσμα να μην μείνει ούτε ένα λουλούδι, καταστράφηκαν όλα, όπως είχε προειπεί η Κέτη.

Έβλεπε όλους τους ανθρώπους καλούς και έμπαινε αδιακρίτως σε όλα τα αυτοκίνητα. Μια νύχτα για την Βουλίστα Παναγιά, ένα αυτοκίνητο που περνούσε, σταμάτησε δίπλα της και μπήκε μέσα. Στον δρόμο ο οδηγός την πείραξε με λόγια άπρεπα και αυτή ενώ έτρεχε το αυτοκίνητο άνοιξε την πόρτα για να πηδήξει έξω. Πρόλαβε ο οδηγός και σταμάτησε. Αυτή κατέβηκε και συνέχισε την πορεία της μέσα στη νύχτα.

Όταν η μητέρα της Κέτης δεν μπορούσε πλέον μόνη της να εξυπηρετείται, γιατί είχε φθάσει 90 χρονών, η Κέτη για να την έχει κοντά της έφερε στο σπίτι του παπα-Βασίλη στον Άγιο Γεώργιο, το έτος 1969. Την ημέρα την περιποιούταν η πρεσβυτέρα και τη νύχτα καθόταν μαζί της η Κέτη. Μαζί με την μητέρα της η Κέτη έφερε και μια εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσης και είπε ότι είναι πολύ θαυματουργή. Ήταν οικογενειακό κειμήλιο και πάντα όταν επρόκειτο να πεθάνει κάποιος του σπιτιού, η εικόνα έπεφτε από το εικονοστάσι κάτω στο πάτωμα. Είπε η Κέτη με βεβαιότητα στον παπα-Βασίλη: «Όταν θα πεθάνει η μητέρα μου, η εικόνα θα μας προειδοποιήσει με τον θόρυβο από το πέσιμό της». Η εικόνα ήταν καλά τοποθετημένη και ήταν αδύνατο να πέσει, αλλά η Κέτη επέμενε ότι, πριν πεθάνει η μητέρα της, η εικόνα θα πέσει οπωσδήποτε. Στις 8 Ιουλίου 1971 κάθονταν ο παπα-Βασίλης και η Κέτη στο ισόγειο και ξαφνικά ακούστηκε σαν να έπεσε τουφεκιά από το δωμάτιο που ήταν η εικόνα. Η Κέτη πετάχτηκε και φώναξε «έπεσε η εικόνα». Με ευλάβεια και φόβο την ασπάστηκαν και την έβαλαν στη θέση της. Απορίας άξιον είναι πως δεν έπεσαν και οι άλλες εικόνες που ήταν στο ίδιο εικονοστάσι. Στις 10 Ιουλίου, δύο μέρες μετά το πέσιμο της εικόνος, εκοιμήθη η κυρία Ελένη Πατέρα και την ενταφίασαν στην Κόνιτσα.

Ύστερα η Κέτη είπε ότι στο εξής η εικόνα δεν πρέπει να μένει μέσα σε οικογένεια, πρέπει να πάει σε μοναστήρι και την έστειλε στην Ιερά Μονή της Παναγίας Ροβέλιστας, στην Άρτα, όπου φυλάγεται μέχρι σήμερα.

Ι.Μ. Ροβέλιστας - Άρτα

Ι.Μ. Ροβέλιστας – Άρτα

Γνωστή της Κέτης που συχνά φιλοξενούσε στο σπίτι της, ετοιμαζόταν να χειρουργηθεί από χολή. Όταν το έμαθε η Κέτη στενοχωρήθηκε αλλά δεν μίλησε. Στην τελευταία ακτινογραφία φάνηκε ότι η χολή ήταν κατακάθαρη. Ο γιατρός είχε δώσει κάποιο φάρμακο, αλλά η ασθενής δεν το έπαιρνε τακτικά. Όταν έμαθε η Κέτη το αποτέλεσμα της εξετάσεως χάρηκε και μονολόγησε ψιθυριστά:
«Δύο μερόνυχτα κομποσχοίνι έκανα γι’ αυτό».

Στο στενό περιβάλλον της Κόνιτσας ο πατήρ Παΐσιος γνώριζε από μικρός την Κέτη και την οικογένειά της. Αυτή τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε για την ευλάβειά του και την ασκητικότητά του, αν και ήταν μεγαλύτερη στην ηλικία. Διηγείτο γελώντας ο Γέροντας τα εξής: «Όταν ήταν να έρθουν στην Κόνιτσα οι Ιταλοί, χτύπησαν το μεσημέρι οι καμπάνες για να κρυφτούν οι άνθρωποι. Η Κέτη πήρε το μπουκάλι με το λάδι και πήγαινε στην Εκκλησία για τον Εσπερινό, ενώ οι άλλοι έτρεχαν να κρυφθούν».

Η οικογένεια της Κέτης και η ίδια συνδέθηκε με τον Γέροντα Παΐσιο. Πέρα από τις προσωπικές-πνευματικές σχέσεις που είχαν, τον στήριζαν και οικονομικά στο φιλανθρωπικό του έργο, αφού η οικογένειά τους ήταν εύπορη.
Όταν εκείνος μόναζε στο Στόμιο και χρειάστηκε να πάει στην Κόνιτσα για μια θεραπεία, τον φιλοξένησαν στο σπίτι τους. Αυτή την ευεργεσία δεν την ξέχασε ποτέ. Κατά την παραμονή του για την θεραπεία του παρουσιάστηκαν οι τρείς Ιεράρχες. Το διηγήθηκε ο ίδιος στην Κέτη Πατέρα η οποία το διέσωσε ως εξής:
«Από το βράδυ όπως συνήθιζε, κλείστηκε στο κελλί του (στο πατρικό της σπίτι) και έκανε το Απόδειπνο. Το πρωί μου λέει:
– Με συγχωρείς αδελφή που σας ενόχλησα πολύ απόψε.
– Εμάς; Γιατί;
– Γιατί ήρθα οι άγιοι τρεις Ιεράρχαι και είχαμε συνομιλία. Τους έλεγα συνέχεια «Σιγά – σιγά, γιατί ενοχλούμε την οικογένεια». Δεν ήθελα να σας ενοχλήσουμε. 
Εγώ δεν πήρα είδηση. Αυτός μιλούσε όλη τη νύχτα με τους αγίους και εγώ δεν κατάλαβα τίποτε.»

Όποτε ο Γέροντας έμενε στο σπίτι της Κέτης, φώναζε και την Ευθαλία (ξαδέλφη της Κέτης) και προσεύχονταν μαζί, έκαναν Παρακλήσεις και πνευματική συζήτηση. Μια φορά έκαναν την Παράκληση στην Παναγία και τότε ήρθε να τον δει ο γιατρός Βαντέρας. Είδε και αυτός έκπληκτος την εικόνα της Παναγίας να κουνιέται με θόρυβο από μόνη της.

Ο Γέροντας τον Οκτώβριο του 1958 έκανε την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου. Επιστρέφοντας χαρούμενος με τα ιερά λείψανα από την Κέρκυρα στην Κόνιτσα διανυκτέρευσε στο σπίτι της Κέτης. Εκεί τα τοποθέτησε κάτω από το εικονοστάσι. Η Κέτη άναψε το καντήλι και ύστερα ασχολήθηκε με τις δουλειές του σπιτιού. Έβλεπε όμως στο δωμάτιο που ήταν τα ιερά λείψανα φως σαν να αστράφτει και νόμιζε ότι θα βρέξει. Βιαζόταν να πάει να πάρει ομπρέλα γιατί την επομένη το πρωί ήθελε να πάει στην κάτω Κόνιτσα να λειτουργηθεί. Ο Γέροντας προσπαθούσε να της εξηγήσει ότι αυτές οι «αστραπές» δεν είναι από τον ουρανό γιατί έξω ήταν καλός καιρός και είχε άστρα, αλλά από τα άγια λείψανα. «Ήταν», κατά την μαρτυρία της, «το φως παράξενο σαν να άστραφτε, όχι όπως αναλάμπει».
Τα ιερά λείψανα παρέμειναν στο σπίτι της Κέτης για όσο καιρό ο Γέροντας ήταν στην Ιερά Μονή Στομίου. Φεύγοντας το 1962 για το Όρος Σινά, τα πήρε και τα πήγε στο σπίτι της κυρα Μαρίας στην κάτω Κόνιτσα, λέγοντάς της να μην ανοίξει ποτέ το κουτί αυτό και καθημερινά να καίει ακοίμητο καντήλι.

Όταν μόναζε στην Μονή Στομίου ο π. Παΐσιος η Κέτη πολλές φορές ανέβαινε από τη νύχτα προκειμένου να λειτουργηθεί εκεί. Αργότερα από το Άγιον Όρος ο π.Παίσιος της έστελνε γράμματα με συμβουλές και ευλογίες (σταυρούς, κομποσχοίνια, βιβλία). Της ζητούσε άγραφα τετράδια, ο ίδιος αντέγραφε χωρία από την Αγία Γραφή, τους αγίους Πατέρες και της τα έστελνε.

Τέλη Απριλίου του 1971, μετά το Πάσχα, ο γέροντας Παΐσιος πήγε να δει την μητέρα της Κέτης, γιατί κατάλαβε ότι θα φύγει. Κάθησε όλη τη νύχτα μαζί με την κυρία Ελένη και συνομιλούσαν. Το πρωί, πριν φύγει, αποχαιρετώντας είπε στην κυρία Ελένη ότι μετά από 20 είκοσι χρόνια θα ανταμώσουν ενώ στην Κέτη είπε ιδιαιτέρως να προετοιμάσει την μητέρα της γιατί θα πεθάνει. Έγιναν όλα όπως τα προείπε ο Γέροντας.

Όταν έβγαινε ο Γέροντας στη Σουρωτή ειδοποιούσε την Κέτη και αυτή πήγαινε να τον συμβουλευθεί. Προσφέρονταν πολλοί για να την μεταφέρουν με την ελπίδα να καταφέρουν να δουν και αυτοί τον Γέροντα.

Ήταν τέλη Μαΐου. Ο Γέροντας ειδοποίησε την Κέτη να έρθει να την δει. «Τον βρήκα να πονάει αφόρητα», είπε. Συνομίλησαν, την συμβούλευσε και της είπε να φύγει για να ξανάρθει της αγίας Ευφημίας, στις 11 Ιουλίου. Αλλά όταν έφθασε η εορτή της αγίας Ευφημίας η Κέτη από μικροεμπόδια ανέβαλε την επίσκεψή της και μετά πληροφορήθηκε ότι εκοιμήθει ο Γέροντας στις 12 Ιουλίου 1994. Μετανοιωμένη κτυπούσε το κεφάλι της και έλεγε: «Καλά μου είπε να πάω, το ήξερε ότι θα πεθάνει τότε και εγώ δεν πήγα».

Μετά την κοίμησή του ο Γέροντας βοήθησε την Κέτη. Κάποτε ενώ έπαιρνε ένα φάρμακο για την οστεοπόρωση, είχε εξαντληθεί και αδυνατίσει πολύ. Τον παρακάλεσε να κάνει κάτι και τον είδε στον ύπνο της να την συμβουλεύει να διαβάσει καλά την συνταγή του φαρμάκου. Είδε ότι δεν είναι για την πάθησή της και το πέταξε.

Ένα χρόνο πριν από την κοίμησή της ένα πρωϊνό είδε ένα ρασοφόρο να μπαίνει στο δωμάτιό της. Την παρατήρησε για κάποιο σφάλμα που έκανε για να το διορθώσει. Η Κέτη του είπε: «Δεν ντρέπεσαι παπάς εσύ και μπήκες στο κελί μου;»
Ο ρασοφόρος απάντησε: «Δε με γνωρίζεις;» και εξαφανίστηκε.
Τότε μόνο αναγνώρισε ότι ήταν ο π. Παΐσιος.

Όταν η Κέτη συμπλήρωσε τα χρόνια της υπηρεσία της στην Παιδόπολη και πήρε τη σύνταξή της, έμενε προσωρινά στο σπίτι του παπα-Βασίλη Ζαλακώστα. Τελικά κατέληξε στην Μονή Δουραχάνης γιατί εκεί είχε κάθε μέρα Θεία Λειτουργία.
Πήγαινε συχνά στα Ιωάννινα και ζητούσε από εύπορες οικογένειες ρούχα, παπούτσια, τρόφιμα για τους φτωχούς της. Τα χρήματα της σύνταξης τα έδινε στην ιεραποστολή και σε ελεημοσύνες.
Έτσι έζησε μέχρι και τις τελευταίες μέρες της ζωής της.
Όταν αρρώστησε πονούσε αφόρητα. Λόγω αδυναμίας δεν μιλούσε. Το πρόσωπό της και τα μάτια της είχαν την όψη του άλλου κόσμου. Φαινόταν πως θα έφευγε. Τότε ήρθε και ο πατήρ Αθανάσιος Σουσόπουλος και της διάβασε συγχωρητική ευχή.

Όταν χειροτέρεψε την μετέφεραν στον Νοσοκομείο Χατζηκώστα των Ιωαννίνων και εκεί με δύο βαθιές ανάσες παρέδωσε την εξαγνισμένης της ψυχή στα χέρια του Θεού που λάτρεψε και υπηρέτησε σε όλη της την ζωή, την Τετάρτη στις 7 Μαΐου 2003 σε ηλικία 82 ετών.

agios_nikolaos konitsa

Άγιος Νικόλαος Κονίτσης

Η κηδεία έγινε την επόμενη μέρα στον Άγιο Νικόλαο Κονίτσης.
Τότε παρατήρησαν το εξής ασυνήθιστο φαινόμενο. Ενώ είχε βγει από το ψυγείο, το άψυχο σώμα της είχε ελαστικότητα, δεν είχε τη νεκρική ακαμψία. Έπιαναν το χέρι της και το σήκωναν ψηλά. Ήταν απαλά και ελαστικά τα μέλη και η θερμοκρασία του σώματός της ήταν όπως ενός ζωντανού ανθρώπου.

Ο π. Κοσμάς, ηγούμενος της Μονής Στομίου, είπε δυό λόγια που συνόψιζαν όλη την ζωή της:
«Να μιμηθούμε την ζωή της, την εκουσίως στερημένη αλλά αφιερωμένη στον Θεό και στον άνθρωπο».

Πολλοί που γνώρισαν την Κέτη έχουν αρνητική γνώμη για αυτήν. Ήταν σχεδόν από όλους καταφρονημένη και παρεξηγημένη. Την αποκαλούσαν νευρασθενή, τρελή. Άλλοι την θεωρούσαν ενάρετη και ζητούσαν την προσευχή της. Τι ήταν τελικά η Κέτη; Ο Γέροντας Παΐσιος την αποκαλούσε γνησία πνευματική αδελφή του και έγραφε σε επιστολή του: «Η Κέτη, κατ’ εμέ η Αγία».

Φυσικό είναι η υψηλή της ζωή να μην κατανοηθεί και να παρεξηγηθεί από πολλούς. Ο βίος της ήταν ανόμοιος για τους πολλούς ακόμα και για τους καθωσπρέπει χριστιανούς. Και η ίδια ενίοτε έκανε επίτηδες κάποιες σαλότητες. Πήγαινε π.χ. στο σπίτι γνωστής της και απαιτούσε να γίνει το φαγητό στην στιγμή. Το έτρωγε, το επαινούσε και την άλλη μέρα διαμαρτυρόταν: «Τι φαγητό είναι αυτό; Τι έβαλες μέσα; Κόντεψα να πεθάνω».

Οι παραξενιές της, φυσικές ή προσποιητές, ίσως ήταν κατάλοιπα από την ομηρία της ή τις έκανε σκόπιμα, έχουν τη χάρη τους και δείχνουν την ταπείνωσή της. Δεν προσπαθούσε να δείχνει στους ανθρώπους ευγενική και πνευματική συμπεριφορά. Δεν την ενδιέφερε η γνώμη του κόσμου αλλά να μην γίνει κάτι που δεν αρέσει στον Θεό. Ιερομόναχος που την γνώρισε και την εξομολόγησε, είπε: «Τέτοια εξομολόγηση, με τέτοια ταπείνωση, δεν έχω ξανακούσει».

Ας ευχηθούμε ο Θεός να ξεκουράσει την ψυχή της και να μπορέσουμε να παραδειγματιστούμε και να μιμηθούμε τη ζωή της.