Επίσκοπος Μύρων Ματθαίος (1550-1624)

Χειρόγραφο Ματθαίου

Λόγιος, γραφέας και μικρογράφος ο Επίσκοπος Ματθαίος έζησε από το 1550-1624.
Ήταν για πολλά χρόνια μοναχός της Ιεράς Μονής Μολυβδοσκεπάστου, ο οποίος έγινε Πρωτοσύγκελος της Μεγάλης Εκκλησίας το 1596 στη Μόσχα και αργότερα, το 1605, χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τιτουλάριος Επίσκοπος Μυρέων.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βλαχία, αρχικά στην Κραγιόβα και γύρω στο 1609 στη Μονή Dealu στην Ανατολική Τρανσυλβανία όπου παρέμεινε ως ηγούμενος μέχρι το θάνατό του, το 1624.

Ήταν μαθητής του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Λουκά και εκτός από τη γραφή και διακόσμηση των χειρογράφων, ασχολήθηκε και με τη συγγραφή φιλολογικών έργων.

Διακρίθηκε ως πολυγραφότατος ιστορικός συγγραφέας και υμνογράφος, αλλά και ποιητής ποιημάτων εθνικού περιεχομένου. Χειρόγραφα δικά του βρίσκονται σε Μονές του Αγίου Όρους όπως της Μεγίστης Λαύρας, Παντοκράτορος και την Σκήτη της Αγίας Άννης. Βρίσκονται επίσης στις μονές των Μετεώρων, στην Ι.Μονή Εικοσιφοινίσσης Δράμας και σε άλλες.

Ο ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος στο έργο του «Νέος Ελληνομνήμων» γράφει για ένα χειρόγραφο Ιερό Ευαγγέλιο το οποίο βρίσκεται στην Μητρόπολη Ιωαννίνων και είναι έργο του Επισκόπου Ματθαίου, πριν γίνει Επίσκοπος.

Τον καιρό της τουρκοκρατίας ήταν σύνηθες να εκφράζεται η αντίθεση προς την οθωμανική και ισλαμική εξουσία μέσω τραγουδιών και θρήνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένας θρήνος που έγραψε ο Ματθαίος.
Ο θρήνος αυτός έχει 459 στίχους και είναι απόσπασμα ενός μεγαλυτέρου έργου του Ματθαίου, το οποίο  αποτελεί  μια  έμμετρη  χρονογραφία  της  Ουγγροβλαχίας,  στην  οποία εγκωμιάζονται  οι  ανδραγαθίες  των  ηγεμόνων  της  χώρας  αυτής  εναντίον  των Τούρκων.
Τα κατορθώματα των ηγεμόνων αυτών, ιδιαίτερα μάλιστα του Μιχαήλ Βοηβόδα,  προκάλεσαν  συγκίνηση  στον  απόδημο  ελληνισμό  των  παραδουνάβιων χωρών και εξυμνήθηκαν με λόγια έργα, πεζά και έμμετρα.

Ο Ματθαίος  δείχνει  στον  θρήνο  ότι  δεν  τρέφει  ψευδαισθήσεις  για έξωθεν βοήθεια για την απελευθέρωση  του γένους  των Ελλήνων, στάση προσφιλής στους προγενέστερούς  του.  Γι’  αυτό  απευθύνεται  με  ρεαλισμό  στους συμπατριώτες  του  και  τους  καλεί  να  βασιστούν  στις  δικές  τους  δυνάμεις,  ώστε ενωμένοι να μπορέσουν να διώξουν  τον αλλόθρησκο κυρίαρχο.

«Ελπίζομεν κι εις τα ξανθά γένη να μας γλιτώσουν,
να ‘ρθουν από τον Μόσκοβον να μας ελευθερώσουν·
ελπίζομεν εις τους χρησμούς, στις ψευδοπροφητείες
και τον καιρό μας χάνομεν στις ματαιολογίες».

Ο Ματθαίος  βλέποντας  την  μετατροπή  της  Αγίας  Σοφίας  σε  τζαμί,  την καταστροφή  μεγάλων  και  ιστορικών  εκκλησιών,  τη  στρατολόγηση  και  τον εξισλαμισμό  χιλιάδων  χριστιανόπαιδων  για  να  συγκροτήσουν  τα  τάγματα  των γενιτσάρων,  και  τη  δυστυχία  και  κατάντια  των  σκλαβωμένων  χριστιανών, εξεγείρεται και μη μπορώντας να κατανοήσει όλα αυτά και να τα δικαιολογήσει στη συνείδησή  του,  θέτει  έντονα  το  περιλάλητο  πρόβλημα  της  θεοδικίας. Η  πίστη  του  βέβαια  δεν  τον εγκαταλείπει, ωστόσο θρηνεί την μεγάλη τραγωδία και ο θρήνος του μας δίνει σπουδαίες ιστορικές μαρτυρίες για τη δύσκολη θέση των χριστιανών και τη δυσπιστία τους προς την ισλαμική εξουσία:

«Τας εκκλησίας χτίζομεν μέσα στης γης το βάθος
από τον φόβο των Τουρκών, εις μήκος και εις πλάτος.
Καμπάνες δεν σημαίνομεν  μηδέ τα σημαντήρια
τα ξύλα κάπου κρούουσι έξω στα μοναστήρια·
σταυρόν και δεν δυνόμαστεν άνω ’στις εκκλησίες
να βάνωμεν να στέκεται σημείον ευσεβείας,
ότι τον εγκρεμίζουσι με ξύλα, με λιθάρια
να τον ιδούν δεν θέλουσιν οι άθεοι καθάρια.»

 

Όπως  όλοι  οι  θρήνοι  έτσι  και  τούτος  έχει  ιστορική  αξία  αλλά  στερείται λογοτεχνικής.
Οι  θρήνοι  και  οι  μονωδίες  είναι  πολύτιμες ιστορικές  πηγές  για  τη  ζωή  των χριστιανών  μέσα  στον  πρώτο  κυρίως  αιώνα  της  οθωμανικής  αυτοκρατορίας. Εκφράζουν  την  οδύνη  του  ελληνικού  και  γενικότερα  του  χριστιανικού  κόσμου  της Ανατολής  από  τις  αλλεπάλληλες  καταστροφές  και  εξελίξεις  που  επέφερε  η κατάλυση  της  χριστιανικής  ανατολικής  αυτοκρατορίας,  καθώς  και  την  ελπίδα  για μελλοντική αποκατάσταση και ελευθερία.

Όσον αφορά τον Επίσκοπο Ματθαίο, προτίμησε να ασχοληθεί με τη θολή περίοδο, η οποία ακολούθησε στη Βλαχία τη στυγερή δολοφονία του Μιχαήλ του Γενναίου, συγγράφοντας για τους ηγεμόνες οι οποίοι διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον κατά το διάστημα 1602 – 1618.