Ορολογία

Στη σελίδα αυτή γίνεται μια σύντομη εξήγηση λέξεων και όρων που αφορούν τα μοναστήρια.

  • Βακούφι ή Βακούφικο  : Η ακίνητη περιουσία μοναστηριού ή εκκλησίας. Κτήμα αφιερωμένο σε ιερό ίδρυμα, εκκλησία ή μοναστήρι.
  • Βασιλική Είναι τύπος χριστιανικού ναού που βασίζεται σε ρωμαϊκά πρότυπα δημόσιων κτιρίων· έχει ορθογώνιο σχήμα, χωρίζεται κατά μήκος με κίονες ή πεσσούς σε κλίτη και καταλήγει σε αψίδα.
  • Εφέστιος : ο της εστίας, ο ντόπιος
  • Κτιτορικός : εκείνος που αναφέρεται στο κτίσιμο ενός ναού, μιας μονής, ενός ιδρύματος κτλ. Kτιτορική επιγραφή, στην οποία αναγράφεται ο χρόνος κτίσεως της μονής, του ναού κτλ., και συχνά ο κτήτορας ή και οι κατασκευαστές.
  • Λιτή : 1Εκκλησιαστική δέηση που τελείται σε αγρυπνίες και σε ολονυκτίες.
    .       . 2
    Εσωτερικός νάρθηκας ναού.
  • Μετόχι : έκταση γης, συνήθως εφοδιασμένη με διάφορες εγκαταστάσεις, που ανήκει σε μοναστήρι και βρίσκεται έξω από την περιοχή του.
  • Νάρθηκας : είναι ο χώρος που καταλαμβάνει ολόκληρη τη δυτική πλευρά του χριστιανικού ναού και όπου, κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, στέκονταν οι κατηχούμενοι.
  • Πρόθεση :  βρίσκεται μέσα στο Ιερό Βήμα και είναι το σημείο που υπάρχει το  Άγιο Ποτήριο, στο οποίο ο οίνος (νάμα) και το νερό, θα ενωθούν ώστε να μεταβληθούν σε Αίμα Χριστού. 
  • Σήμαντρο : ηχητικό αντικείμενο και ρυθμικό μουσικό όργανο, που αποτελείται από μια μακρόστενη σανίδα ή ένα σιδερένιο έλασμα, κρούεται αντίστοιχα με έναν ξύλινο ή σιδερένιο κόπανο και χρησιμοποιείται αντί για καμπάνα σε μοναστήρια και σε ξωκλήσια.
  • Σταυροειδής : που έχει σχήμα σταυρού. Σταυροειδές σχήμα.
  • Σταυροπηγιακή : Σταυροπηγιακές λέγονται οι Ιερές Μονές οι οποίες ελέγχονται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης ή εκπρόσωπός του τοποθετούσε στα θεμέλια του μοναστηριού έναν σιδερένιο σταυρό ο οποίος είναι και το Σταυροπήγιο. Από αυτήν την πράξη πήραν και οι Μονές το όνομα Σταυροπηγιακές.
  • Τάλαντο μακρόστενη ξύλινη σανίδα που κρούεται ρυθμικά με ξύλινο σφυρί και χρησιμοποιείται στα μοναστήρια.
  • Υπέρθυρο :  Οριζόντια κατασκευή από ξύλο, πέτρα ή μάρμαρο που κλείνει το επάνω μέρος ενός ανοίγματος (πόρτας ή παραθύρου) και συγκρατεί τα βάρη της υπερκείμενης τοιχοποιίας (πρέκι).